ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΡΑΕ σχετικά με την εξέταση των αναγκαίων νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων προκειμένου για την εναρμόνιση του εθνικού πλαισίου προς την Οδηγία 2019/944, σε ό,τι ειδικότερα αφορά την ενδυνάμωση των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας και την προώθηση του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των Προμηθευτών: Ζητήματα επαρκούς ενημέρωσης των καταναλωτών, διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους, ενίσχυση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των τιμολογίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας

Share This Post

Share on facebook
Share on linkedin
Share on twitter
Share on email
Ι. Σκοπός – Αντικείμενο της παρούσας Δημόσιας Διαβούλευσης

Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για την παρακολούθηση και εποπτεία της αγοράς ενέργειας (άρθρα 22 και 3 παρ. 4 Ν. 4001/2011), τον έλεγχο σχετικά με τον τρόπο άσκησης από τους Προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους εκ του κείμενου πλαισίου (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 4001/2011) αλλά και την προστασία των Καταναλωτών (άρθρα 24, 46-51 Ν. 4001/2011), έχει ως προτεραιότητα την αποτελεσματική ρύθμιση της λιανικής αγοράς, προκειμένου η εύρυθμη λειτουργία της υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού να παράσχει στους καταναλωτές τα οφέλη που εγγυάται η απελευθερωμένη ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.

Παράλληλα, η ενδυνάμωση των καταναλωτών τελεί στον πυρήνα του ενωσιακού πλαισίου ως άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σκοπούμενη ενεργειακή μετάβαση, όπως υπογραμμίζεται και με τη νέα Οδηγία 2019/944 «σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την τροποποίηση της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ». Η εν λόγω ενδυνάμωση διασφαλίζεται, αφενός μέσω της αναγνώρισης αυτοτελών δικαιωμάτων, αφετέρου μέσω της προώθησης της αποτελεσματικής εφαρμογής θεμελιωδών αρχών, όπως είναι η διαφάνεια κι η συγκρισιμότητα προσφορών και τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας, η παροχή ακριβούς και εύληπτης ενημέρωσης και η μη επιβάρυνση των καταναλωτών με χρεώσεις άνευ έλλογης ανταποδοτικής βάσης (π.χ. κόστη συνδεόμενα με την αλλαγή προμηθευτή).

Η ΡΑΕ, κατά ρητή επιταγή του ενωσιακού δικαίου (άρθρα 37 επ. της προϊσχύσασας Οδηγίας 2009/72 και πλέον άρθρα 57-60 της Οδηγίας 2019/944), διαθέτει ευρείες κανονιστικές, ρυθμιστικές και κυρωτικές αρμοδιότητες, τις οποίες δύναται αλλά και οφείλει να ασκεί, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή των ανωτέρω αρχών αλλά και την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών, που ως επί το πλείστον ήδη προβλέπονται στο εθνικό πλαίσιο και σε κάθε περίπτωση θεωρούνται εγγυημένα σε ενωσιακό επίπεδο. Περαιτέρω, βάσει της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν. 4001/2011, η ΡΑΕ δύναται να εκδίδει ερμηνευτικές αποφάσεις και κατευθυντήριες οδηγίες, προς διευκόλυνση της ομοιόμορφης εφαρμογής του πλαισίου. Επιπλέον, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 4001/2011, η ΡΑΕ ενεργεί για την προώθηση των αναγκαίων ενεργειακών ρυθμίσεων.

Σε συνέχεια των ανωτέρω, η Αρχή, συνεκτιμώντας (α) την ανάγκη εναρμόνισης του εθνικού πλαισίου, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταναλωτών, με όσα δεσμευτικά καθορίζονται στη νέα Οδηγία 2019/944, η οποία είναι εφαρμοστέα ήδη από την 1.1.2021 και (β) την παρούσα κατάσταση στη λιανική αγορά, όπως αυτή αναδύεται μέσω της εφαρμογής του Εργαλείου Σύγκρισης Τιμών της ΡΑΕ (www.energycost.gr) αλλά και της σημαντικά αυξητικής τάσης στην υποβολή παραπόνων, αναφορών και καταγγελιών ηλεκτρικής ενέργειας από καταναλωτές προς τη ΡΑΕ, (γ) τα συμπεράσματα και την εμπειρία της Αρχής κατόπιν συμπλήρωσης ενός έτους από την εφαρμογή της Απόφασης της ΡΑΕ 409/2020 «Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη διαφάνεια και την επαληθευσιμότητα των χρεώσεων στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων XΤ» και (δ) τα βέλτιστα παραδείγματα που εφαρμόζονται σε ενωσιακό επίπεδο, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της ενδελεχούς επισκόπησης των εφαρμοζόμενων πρακτικών και τη διεξαγωγή διαβούλευσης με όλους τους ενδιαφερόμενους (εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, φορείς εκπροσώπησης καταναλωτών), ώστε εν συνεχεία να εφαρμόσει ή, αναλόγως, να γνωμοδοτήσει για τις αναγκαίες τροποποιήσεις του κείμενου πλαισίου (ν. 4001/2011, Κώδικας Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, Απόφαση ΡΑΕ 409/2020).

Βάσει των ανωτέρω και για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται κατά περίπτωση, η Αρχή καλεί τους ενδιαφερόμενους να τοποθετηθούν επί ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής «ρήτρας αποχώρησης» (switching fee / termination fee), της σαφούς θεμελίωσης του δικαιώματος των καταναλωτών να λαμβάνουν δωρεάν τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και της ενίσχυσης της διαφάνειας των τιμολογίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, μέσω της αναθεώρησης διατάξεων της Απόφασης ΡΑΕ 409/2020, προκειμένου για την πρόβλεψη της υποχρέωσης προσφοράς ενός τυποποιημένου κυμαινόμενου τιμολογίου, τον ρεαλιστικό προσδιορισμό των παραμέτρων των χρεώσεων, την κατάργηση της χρέωσης «παγίου» και την πλήρη, ακριβή και εύληπτη πληροφόρηση των καταναλωτών τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο όσο και κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

 

ΙΙ. Εναρμόνιση εθνικού πλαισίου με την Οδηγία 2019/944

 

  1. Δωρεάν λήψη του λογαριασμού

Το άρθρο 18 της Οδηγίας 2019/944 σαφώς προβλέπει το δικαίωμα των καταναλωτών να λαμβάνουν δωρεάν τους λογαριασμούς κατανάλωσης και χρέωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα:

«2.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί πελάτες λαμβάνουν δωρεάν όλους τους λογαριασμούς τους και τις πληροφορίες τιμολόγησης.

3.Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προσφέρεται στους τελικούς πελάτες η επιλογή παροχής των λογαριασμών και των πληροφοριών τιμολόγησης με ηλεκτρονικό τρόπο καθώς και ευέλικτες ρυθμίσεις για τις πληρωμές των λογαριασμών.».

Περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), με την υπό στοιχεία C-294/18 απόφασή του έκρινε ότι έκπτωση που παρέχεται σε πελάτες που έχουν επιλέξει την ηλεκτρική τιμολόγηση δεν αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο (παρεμφερείς διατάξεις του άρθρου 11 της Οδηγίας 2012/27), εφόσον «οι τελικοί καταναλωτές που είχαν επιλέξει τρόπο τιμολόγησης διαφορετικό από την ηλεκτρονική τιμολόγηση εξακολούθησαν να λαμβάνουν δωρεάν όλους τους λογαριασμούς τους και τα στοιχεία που αφορούσαν την τιμολόγηση της ενέργειας που κατανάλωσαν, καθώς και να καταβάλλουν το ίδιο ποσό για τα τέλη πρόσβασης στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας».

Ενόψει των ανωτέρω, η Αρχή θεωρεί αναγκαία τη συμπερίληψη στο πρωτογενές δίκαιο του θεμελιώδους δικαιώματος των καταναλωτών να λαμβάνουν -με οποιονδήποτε τρόπο προκρίνουν­­­­- τους λογαριασμούς τους.

Συνεπώς, τυχόν διαφοροποίηση σε τιμολόγιο ή σε χρέωση τιμολογίου, αναλόγως του τρόπου τιμολόγησης, θα πρέπει να αποκλείεται σε περίπτωση που απολήγει σε «κύρωση» (“malus”) σε βάρος των καταναλωτών που έχουν αιτηθεί, επί παραδείγματι, την αποστολή έγχαρτων λογαριασμών. Ομοίως, οποιαδήποτε αύξηση της Χρέωσης Προμήθειας στην περίπτωση έγχαρτης τιμολόγησης θα θεωρείται ως απαγορευτέο αρνητικό κίνητρο, που αναίτια δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος των καταναλωτών. Αντιθέτως, σε περίπτωση που πρόκειται για τη γνήσια παροχή ενός θετικού κινήτρου (“bonus”), μία τέτοια πρακτική δεν θα θεωρείται a priori ασύμβατη.

Συναφώς, θεωρείτε ότι ένα προϊόν που συνδυάζεται με ηλεκτρονική τιμολόγηση και προσφέρει ιδιαιτέρως ανταγωνιστικούς όρους ως προς τη Χρέωση Προμήθειας συνάδει με το ενωσιακό πλαίσιο;

Υπό ποιους όρους δύναται να θεωρηθεί ότι τυχόν χορηγούμενη έκπτωση,  η οποία εγγενώς επιδιώκει να αποτελέσει κίνητρο για την επιλογή της ηλεκτρικής τιμολόγησης (“bonus”), απολήγει να λειτουργεί ως “malus” σε βάρος όσων προβούν στην αντίθετη επιλογή; Προκειμένου για τον χαρακτηρισμό της εν λόγω «κινητροδότησης» δύναται να λαμβάνεται υπόψη το εύλογο του εύρους της διαφοροποίησης της τελικής χρέωσης;

 

  1. Ρήτρες πρόωρης αποχώρησης

Στις εισαγωγικές παρατηρήσεις της νέας Οδηγίας αναφέρεται ότι «οι μικρότεροι πελάτες εξακολουθούν να επιβαρύνονται άμεσα ή έμμεσα με πληθώρα τελών λόγω αλλαγής προμηθευτών. Τα εν λόγω τέλη δυσχεραίνουν την εκτίμηση του καλύτερου προϊόντος ή της καλύτερης υπηρεσίας και περιορίζουν το άμεσο οικονομικό πλεονέκτημα της αλλαγής προμηθευτή. Παρότι η κατάργηση των τελών αυτών θα μπορούσε ενδεχομένως να μειώσει τις επιλογές των καταναλωτών λόγω της εξάλειψης προϊόντων που βασίζονται στην επιβράβευση της πιστής πελατείας, ο περαιτέρω περιορισμός της χρήσης τους αναμένεται ότι θα βελτιώσει την ευημερία και τη συμμετοχή των καταναλωτών, καθώς και τον ανταγωνισμό στην αγορά.» (παρ. 33) και, για τον λόγο αυτό, «θα πρέπει […] να περιοριστούν στον μεγαλύτερο εφικτό βαθμό οι φραγμοί στην αλλαγή προμηθευτή, χωρίς να περιορίζονται αδικαιολόγητα οι επιλογές των καταναλωτών» (παρ. 32).

Ακολούθως, το άρθρο 12 παρ. 2 της Οδηγίας θέτει κατά τρόπο σαφή και ανεπιφύλακτο την αρχή της μη επιβάρυνσης των πελατών ΧΤ (οικιακοί πελάτες και μικρές επιχειρήσεις) από «οποιοδήποτε τέλος σχετιζόμενο με την αλλαγή προμηθευτή». Ως «τέλος σχετιζόμενο με την αλλαγή προμηθευτή» νοείται «κάθε χρέωση ή κύρωση που επιβάλλεται στους πελάτες από προμηθευτές ή συμμετέχοντες στην αγορά δραστηριοποιούμενους στη σωρευτική εκπροσώπηση ή διαχειριστές συστημάτων, άμεσα ή έμμεσα, σε περίπτωση αλλαγής προμηθευτών ή συμμετεχόντων στην αγορά δραστηριοποιούμενων στη σωρευτική εκπροσώπηση, συμπεριλαμβανομένων των τελών τερματισμού σύμβασης» (άρθρο 2 σημείο 17).

Ωστόσο, η Οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από την ανωτέρω γενική αρχή εφόσον συντρέχουν οι σωρευτικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, δηλαδή εφόσον (α) πρόκειται για συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας σταθερής τιμής ορισμένου χρόνου, (β) τα εν λόγω τέλη προβλέπονται από σύμβαση την οποία έχει συνάψει οικειοθελώς ο πελάτης και ανακοινώνονται σαφώς στον πελάτη πριν από τη σύναψη της σύμβασης και (γ) το ύψος τους δεν υπερβαίνει και, σε κάθε περίπτωση, διαμορφώνεται αναλογικά προς την άμεση οικονομική ζημία του προμηθευτή λόγω του πρόωρου τερματισμού της σύμβασης από τον πελάτη. Επισημαίνεται σχετικώς ότι οι Προμηθευτές έχουν το βάρος απόδειξης της άμεσης οικονομικής επιβάρυνσής τους και ότι το επιτρεπτό των σχετικών τελών παρακολουθείται από τη Ρυθμιστική Αρχή, στο πλαίσιο προφανώς της εξέτασης των Γενικών Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ) των συμβάσεων προμήθειας που περιέχουν ρήτρα πρόωρης αποχώρησης.

Σημειώνεται, ότι η εθνική έννομη τάξη φαίνεται να είναι εναρμονισμένη με την ως άνω γενική αρχή της Οδηγίας.

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ν. 4001/2011 προβλέπει ότι: «Η διαδικασία αλλαγής προμηθευτή δεν επιφέρει οικονομική επιβάρυνση στον πελάτη. Η αλλαγή Προμηθευτή δεν απαλλάσσει τον Πελάτη από την υποχρέωση τήρησης των συμβατικών του δεσμεύσεων.»

Η ίδια προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από την Απόφαση ΡΑΕ 409/2020:

«[…] Επειδή, ως προς τις ρήτρες πρόωρης αποχώρησης, σημειώνεται ότι συνιστά κατεύθυνση του ενωσιακού πλαισίου να μην εφαρμόζονται στις συμβάσεις των οικιακών πελατών και των μικρών επιχειρήσεων (βλ. και άρθρο 12 παρ. 2 της υπό ενσωμάτωση Οδηγίας 2019/944). Σε κάθε περίπτωση, το μέγεθος της επιβαλλόμενης ρήτρας πρέπει να είναι αντίστοιχο της οικονομικής ζημίας που προκαλείται ευθέως στον Προμηθευτή, σε συνέχεια της αποχώρησης του Πελάτη από σύμβαση «σταθερού τιμολογίου» και να ορίζεται ως αντιστρόφως ανάλογο του χρόνου παραμονής του. Επιπρόσθετα, είναι σαφές ότι πρόβλεψη της εν λόγω ρήτρας θα πρέπει να γνωστοποιείται στον καταναλωτή εκ των προτέρων και με πλήρη λεπτομέρεια. Όπως μάλιστα η νέα Οδηγία αναγνωρίζει […]

Για τους παραπάνω λόγους, αποφασίζει:

Την εφαρμογή των παρακάτω Κατευθυντήριων Οδηγιών για τη διαφάνεια και την επαληθευσιμότητα των χρεώσεων στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων XT προς όφελος των Καταναλωτών.

  1. […] Στο σταθερό τιμολόγιο, δύναται να προβλέπεται ρήτρα πρόωρης αποχώρησης, σύμφωνα με την παρ. 3 του παρόντος. […]
  2. Όροι ή/και τέλη που εφαρμόζονται σε περίπτωση αλλαγής Προμηθευτή (π.χ. σχετικών Ρητρών πρόωρης αποχώρησης): Ρητή συμπερίληψη

Η επιβολή όρων, χρεώσεων ή άλλων τελών, που επιβάλλονται σε περίπτωση αλλαγής Προμηθευτή (ρήτρες πρόωρης αποχώρησης), πρέπει να προβλέπεται κατά τρόπο ρητό και διακριτό στη Σύμβαση Προμήθειας.

Συστήνεται η σαφής αποτύπωση των σχετικών χρεώσεων πρόωρης αποχώρησης εκφρασμένη σε €, αναλόγως του μήνα αποχώρησης του πελάτη, σε μορφή πίνακα. Οι εν λόγω «ρήτρες πρόωρης αποχώρησης» δύνανται να προβλέπονται μόνο στις συμβάσεις «σταθερού τιμολογίου», που συνάπτονται για προκαθορισμένη διάρκεια (συμβάσεις ορισμένου χρόνου).

Οι όποιες επιβαλλόμενες χρεώσεις πρέπει να είναι αναλογικές της άμεσης οικονομικής επιβάρυνσης του Προμηθευτή, την οποία θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύει όποτε του ζητηθεί.

Σε κάθε περίπτωση, και προκειμένου να μην αποτρέπονται εν τοις πράγμασι οι καταναλωτές από την άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματός τους περί αλλαγής προμηθευτή, η επιβάρυνσή τους από τις εν γένει «ρήτρες αποχώρησης» πρέπει να είναι αντιστρόφως ανάλογη του χρόνου εκπροσώπησής τους από τον Προμηθευτή και να βαίνει μειούμενη κατά τρόπο τέτοιο ώστε κατά τον τελευταίο μήνα της Σύμβασης Προμήθειας ορισμένου χρόνου, η προκύπτουσα χρέωση να έχει εκμηδενιστεί.».

Σημειώνεται εξάλλου η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1888/2020), η οποία ανέδειξε τη σημασία της αρχής της αναλογικότητας και της μη εισαγωγής εμποδίων στην αλλαγή προμηθευτή, εφόσον «δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού» (Σκέψη 18).

Σε συνέχεια των ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση εναρμόνισης του εθνικού πλαισίου με την Οδηγία 2019/944, το ζήτημα της «ρήτρας πρόωρης αποχώρησης» δεν τυγχάνει πλέον εξέτασης μόνον υπό το πρίσμα της διαφάνειας. Ανακύπτει και η αξιολόγηση της σκοπιμότητας της απόλυτης εφαρμογής της γενικής αρχής της απαγόρευσης της παραγράφου 2 του άρθρου 12 της Οδηγίας ή της παρέκκλισης από αυτήν.

Προκειμένου για τη στάθμιση των σχετικών εναλλακτικών, η ΡΑΕ προέβη σε επισκόπηση του πλαισίου άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως προέκυψε εκ της ανταπόκρισης άλλων Ρυθμιστικών Αρχών στο αίτημα πληροφόρησης της ΡΑΕ, οι περισσότερες χώρες (Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία, Λετονία, Κροατία, Σλοβενία) δεν επιτρέπουν την επιβολή τελών, κατ’ ελάχιστον στους οικιακούς καταναλωτές και τις μικρές επιχειρήσεις. Καταγράφεται η περίπτωση της Σουηδίας, όπου επιτρέπεται μεν η επιβολή τελών λόγω πρόωρης λήξης της σύμβασης (termination fees), όχι όμως αν η αιτία έγκειται στην αλλαγή προμηθευτή (switching fees). Σε κάθε δε περίπτωση, τα τέλη λήξης επιτρέπονται μόνο στα «σταθερά τιμολόγια». Ομοίως, στην περίπτωση της Γαλλίας, οι οικιακοί πελάτες απαλλάσσονται από την επιβολή «τέλους αλλαγής προμηθευτή». Το εν λόγω τέλος επιβάλλεται σε μικρούς μη-οικιακούς πελάτες (κάτω των 36 kVA) εφόσον έχουν συνάψει συμβάσεις σταθερής τιμής ή/και σταθερού χρόνου. Περαιτέρω, στη Γαλλία, δύναται να επιβάλλονται τέλη λήξης της Σύμβασης, τα οποία συσχετίζονται με συγκεκριμένα κόστη του Διαχειριστή του Δικτύου Διανομής.

Συνεπώς, καλούνται οι συμμετέχοντες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους ως προς τα κάτωθι:

Βάσει της κυρίαρχης τάσης σε ενωσιακό επίπεδο, η ΡΑΕ τείνει στο μη επιτρεπτό της επιβολής ρήτρας πρόωρης αποχώρησης (είτε για λόγους αλλαγής προμηθευτή είτε για λόγους τερματισμού της σύμβασης και αποσύνδεσης του μετρητή). Εξαίρεση από την ανωτέρω γενική αρχή δύναται να αποτελεί η περίπτωση της καταγγελίας από τον Πελάτη σύμβασης σταθερής τιμής. Σε κάθε δε περίπτωση, η επιβολή της σχετικής ρήτρας οφείλει να είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από την ενάσκηση από τον καταναλωτή του δικαιώματός του περί αλλαγής προμηθευτή.

Λαμβάνοντας υπόψη την υποχρέωση διαμόρφωσης της σχετικής ρήτρας στη βάση της άμεσης οικονομικής ζημίας του προμηθευτή και το βάρος που αυτός φέρει για την απόδειξη της αναλογικότητας της εν λόγω επιβάρυνσης, θεωρείτε ότι τα σχετικά κόστη είναι συγκρίσιμα και προκύπτουν κατόπιν υπολογισμού του «αντικειμενικού» κόστους προσέλκυσης πελάτη, κατά τις συνήθειες των οικείων συναλλαγών, σε συνάρτηση με την αρχική διάρκεια της σύμβασης και το χρονικό σημείο της καταγγελίας της από τον πελάτη; Ή, αντιθέτως, είστε της άποψης ότι τα κόστη των Προμηθευτών, που παρέχουν σταθερά τιμολόγια ορισμένου χρόνου, δύνανται να διαφέρουν ουσιωδώς;

Είναι σκόπιμη και αναγκαία η πρόβλεψη μεθοδολογίας από τη ΡΑΕ που θα τυποποιεί το ανακύπτον κόστος προμηθευτή, άρα και το ύψος της ρήτρας πρόωρης αποχώρησης, ή θεωρείται προτιμητέος η ad hoc απόδειξη του κόστους από κάθε καταναλωτή; Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Προμηθευτές φέρουν το βάρος απόδειξης της διαμόρφωσης του ύψους της ρήτρας κατά τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας προκρίνεται ο έλεγχος από τη ΡΑΕ της διάταξης περί πρόβλεψης της ρήτρας, όπως αυτή (θα) περιέχεται στους Γενικούς Όρους του εκάστοτε τιμολογίου, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος ασυμβατότητας με το πλαίσιο;

 

ΙΙΙ. Ενδυνάμωση των καταναλωτών και ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού: Αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας (προσυμβατική ενημέρωση και διαμόρφωση των χρεώσεων των τιμολογίων λιανικής).

 

Εξαρχής επισημαίνεται ότι η αρχή της διαφάνειας θεμελιώνεται σαφώς στη νέα Οδηγία 2019/944. Όπως αναφέρεται στην εισαγωγική παράγραφο 32, «Διάφοροι παράγοντες σήμερα εμποδίζουν τους καταναλωτές να έχουν πρόσβαση, να κατανοούν και να ενεργούν βάσει των διαφόρων διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης για την αγορά. Συνεπώς, θα πρέπει να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα των προσφορών.». Η διαφάνεια, λοιπόν, ως άρρηκτα συνδεόμενη με την κατανόηση-αντίληψη του καταναλωτή και τη συγκρισιμότητα των τιμολογίων επιτρέπει την ενημερωμένη επιλογή (informed choice) ως προς προμηθευτή και είδος σύμβασης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πραγματώνεται ο βασικός στόχος της Οδηγίας που συνίσταται στην «παροχή πραγματικών επιλογών σε όλους τους τελικούς πελάτες της Ένωσης, είτε είναι πολίτες είτε επιχειρήσεις, την παροχή νέων επιχειρηματικών ευκαιριών, ανταγωνιστικών τιμών, αποτελεσματικών επενδυτικών μηνυμάτων και υψηλότερων προτύπων παρεχόμενων υπηρεσιών, και ταυτόχρονα την ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού και της αειφορίας» (εισαγωγική σκέψη 2).

Αναλυτικότερα, η Οδηγία, αναγνωρίζοντας ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούν βασική πηγή πληροφόρησης των καταναλωτών περί της διαμόρφωσης του κόστους τόσο στη χονδρεμπορική όσο και στη λιανική αγορά, εμφατικά υπογραμμίζει τη σημασία της παροχής κατά τρόπο σαφή και εύληπτο ενός ελάχιστου περιεχομένων πληροφοριών. Συγκεκριμένα: «Οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούν ένα σημαντικό μέσο πληροφόρησης των τελικών πελατών. […] Κρίνεται, κατά συνέπεια, απαραίτητο να καταστούν οι λογαριασμοί σαφέστεροι και περισσότερο κατανοητοί και, ταυτόχρονα, να διασφαλιστεί ότι οι λογαριασμοί και οι πληροφορίες τιμολόγησης αναγράφουν ευκρινώς έναν περιορισμένο αριθμό σημαντικών πληροφοριών που είναι απαραίτητες ώστε οι καταναλωτές να έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν την ενεργειακή τους κατανάλωση, να συγκρίνουν προσφορές και να αλλάζουν προμηθευτές» (Εισαγωγική σκέψη 48). Επιπρόσθετα, το άρθρο 18 παρ. 1 της Οδηγίας επιτακτικά θέτει την αρχή της διαφάνειας ως εξής: «Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί και οι πληροφορίες τιμολόγησης είναι ακριβείς, κατανοητές, σαφείς, περιεκτικές, φιλικές για τον χρήστη και παρουσιάζονται κατά τρόπο που διευκολύνει τη σύγκριση από τους τελικούς πελάτες.».

Συναφώς αναφέρεται ότι το κείμενο πλαίσιο (ν. 4001/2011 και Κώδικας Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας) φαίνεται να τελεί ήδη σε εναρμόνιση με την εν λόγω Οδηγία. Ωστόσο, εν προκειμένω, ανασταλτική δύναμη δεν αποτέλεσε η ύπαρξη κάποιου «κενού νόμου» αλλά η αδυναμία αποτελεσματικής εφαρμογής των υφιστάμενων διατάξεων. Η εν λόγω αδυναμία ανέκυπτε και συνεχίζει να ανακύπτει, κατά τρόπο αναντίρρητο, δεδομένου του μεγάλου όγκου παραπόνων – αναφορών και καταγγελιών των καταναλωτών.

Η Αρχή, προκειμένου να θεραπεύσει την εν λόγω δομική ανεπάρκεια, προέβη στην έκδοση της Απόφασης ΡΑΕ 409/2020 για τη διαφάνεια και την επαληθευσιμότητα των χρεώσεων στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων XT.

Εν προκειμένω λοιπόν, και για τους λόγους που αναλυτικότερα θα εκτεθούν κατωτέρω, αφενός παρίσταται ως αναγκαία η τροποποίηση της ανωτέρω απόφασης ΡΑΕ, αφετέρου δέον να εξεταστεί η σκοπιμότητα αναλυτικής εξειδίκευσης στον Κώδικα Προμήθειας περί της αποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της διαφάνειας (βλ. στο παρελθόν την ενσωμάτωση της Απόφασης ΡΑΕ για τις Βασικές Αρχές Τιμολόγησης στον ΚΠΗΕ).

Συγκεκριμένα, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, με την πάροδο ενός έτους εφαρμογής της Απόφασης 409/2020 (ΦΕΚ Β 1364/14.04.2020), έχει αξιολογήσει την αποτελεσματικότητά της και καταλήξει στην αναγκαιότητα αναθεώρησης επιμέρους σημείων της. Ειδικότερα, η Αρχή έχει συγκεντρώσει πληροφορίες αξιοποιώντας το Εργαλείο Σύγκρισης Τιμών αλλά και συλλέγοντας στοιχεία από τους Προμηθευτές, τόσο κατόπιν συνεχών ελέγχων των ιστοσελίδων τους όσο και σε συνέχεια της υποβολής σχετικού αιτήματος πληροφόρησης. Ειδικώς αναφέρονται (α) η υπ’ αρ. πρωτ. ΡΑΕ Ο-87645/14.5.2021 επιστολή ΡΑΕ με θέμα «Περιεχόμενο των διαφημιστικών μηνυμάτων και προωθητικών ενεργειών» και (β) η υπ’ αριθμ. πρωτ. ΡΑΕ Ο-88020/04.06.2021 επιστολή της Αρχής με θέμα «Ενημέρωση για την πρόβλεψη και εφαρμογή της Ρήτρας Αναπροσαρμογής». Από τα συλλεγέντα στοιχεία, κατόπιν εκτεταμένης αντιπαραβολής τους, αλλά και από αυτά που αντλούνται, στο πλαίσιο άσκησης από τη ΡΑΕ των κυρωτικών της αρμοδιοτήτων, που συνίστανται στη διερεύνηση αναφορών-καταγγελιών και την επιβολή κυρώσεων, όποτε προσήκει, τα συμπεράσματα που εξάγονται έχουν ως εξής:

(α) Όλοι οι Προμηθευτές, πλην ενός, έχουν συμμορφωθεί προς τη σύσταση της ΡΑΕ για την παροχή τουλάχιστον ενός σταθερού τιμολογίου ανά κατηγορία πελατών. Η παροχή σταθερού τιμολογίου διεύρυνε σημαντικά τον κύκλο επιλογών των καταναλωτών που δεν επιθυμούσαν καμία έκθεσή τους σε κίνδυνο τιμών εκ της αγοράς. Επιπλέον, λόγω της προφανώς ευχερούς κατανόησης και της εύληπτης ενημέρωσης των καταναλωτών, τα σταθερά τιμολόγια τεκμαίρεται ότι ικανοποιούν τις απαιτήσεις της διαφάνειας. Ταυτόχρονα, εκ προοιμίου θεωρείται ότι βελτιώνουν τη συγκρισιμότητα των προσφορών προμήθειας και, συνεπώς, συμβάλλουν στην αποτελεσματική άσκηση εκ μέρους των καταναλωτών του δικαιώματος αλλαγής προμηθευτή.

(β) Στον αντίποδα, η συντριπτική πλειοψηφία των Προμηθευτών δεν έχει υιοθετήσει την προτεινόμενη από την Απόφαση μεθοδολογία προσδιορισμού της Χρέωσης Αναπροσαρμογής. Αντ’ αυτού, επικαλείται τη συμμόρφωση των τιμολογίων της προς τα επιτρεπόμενα από το άρθρο 4 της Απόφασης ισοδύναμα μέτρα. Η εν λόγω γενικευμένη προσέγγιση έχει επιτείνει τη σύγχυση των καταναλωτών ως προς τα στοιχεία που διαμορφώνουν το κόστος τους, άγοντάς τους σε αδυναμία πρόβλεψης του οικονομικού βάρους αλλά και του κινδύνου που αναλαμβάνουν βάσει της νέας σύμβασης. Επιπλέον, η ετερογένεια ως προς τα χρησιμοποιούμενα μεγέθη (ως τιμές αναφοράς, εύρος διακύμανσης κλπ.) και η απουσία αναλυτικής διαφώτισης από τους Προμηθευτές έχουν περιαγάγει τους καταναλωτές σε αδυναμία να προβλέψουν το ενεργειακό τους κόστος, με αναμενόμενες συνέπειες στη ρευστότητά τους, δεδομένης της οξυμένης ευαισθησίας τους σε σημαντική διακύμανση των τιμών. Υποβόσκει λοιπόν ένα κλίμα ανασφάλειας των καταναλωτών και χαμηλής ικανοποίησής τους από τις επιλογές που έκαναν στο πρόσωπο του Προμηθευτή και στο είδος του προϊόντος / σύμβασης με συνέπεια να διακινδυνεύεται το επιδιωκόμενο ωφέλιμο αποτέλεσμα της αλλαγής προμηθευτή και, εν γένει, της ενεργούς συμμετοχής στην αγορά.

(γ) Σε σχέση με τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής της «Χρέωσης Προμήθειας» («ρήτρα αναπροσαρμογής»), οι Προμηθευτές εφαρμόζουν ποικιλοτρόπως διαφορετικές προσεγγίσεις. Αναλυτικότερα, διαφέρει ουσιωδώς τόσο το εύρος της διακύμανσης των τιμών της περιοχής ασφαλείας, η υπέρβαση του οποίου αποτελεί έναυσμα για την ενεργοποίηση της ρήτρας, όσο και η μεθοδολογία βάσει της οποίας καθορίζεται η προσαύξηση επί της βασικής τιμής της σύμβασης. Η εν λόγω εκτεταμένη διαφοροποίηση έχει ως αποτέλεσμα να καθίστανται πρακτικά ανέφικτοι οι επιδιωκόμενοι στόχοι της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των τιμολογίων. Σημειώνεται περαιτέρω, ότι ο σύνθετος τρόπος της ενεργοποίησης της ρήτρας αναπροσαρμογής καταλήγει και στην αδυναμία των καταναλωτών να προβλέψουν και να επαληθεύσουν κατάλληλα τη διαμόρφωση του κόστους προμήθειας.

(δ) Ειδικότερα, ως προς το εύρος εγγυημένης τιμής, που επιφέρει και την ενεργοποίηση των μηχανισμών αναπροσαρμογής, παρατηρείται ότι –κατά κανόνα– αυτό έχει προσδιορισθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο μηχανισμός να ενεργοποιείται σε σχεδόν μόνιμη βάση με κατεύθυνση την προσαύξηση της χρέωσης προμήθειας. Είναι προφανές ότι η συχνότητα ενεργοποίησης του μηχανισμού καταδεικνύει ότι το αναφερόμενο στη Σύμβαση Προμήθειας εύρος εγγυημένης τιμής έχει διαμορφωθεί σε επίπεδα αναντίστοιχα με τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς. Κατά συνέπεια αναιρείται “εν τοις πράγμασι” η κατεύθυνση της ΡΑΕ (σημείο 2.6 της Απόφασης 409/2020), σύμφωνα με την οποία η «ανάγκη ενεργοποίησης του μηχανισμού θα προκύπτει ως εξαιρετική περίπτωση, όταν οι τιμές του μεγέθους x κινούνται σε επίπεδα δυσχερώς προβλέψιμα, βάσει των στοιχείων που ήταν διαθέσιμα στον Προμηθευτή κατά την κατάρτιση της σύμβασης προμήθειας ή κατά τη διαμόρφωση των τιμολογίων και των παραμέτρων τους». Σαφώς, λοιπόν, οι περισσότεροι προμηθευτές δεν μερίμνησαν για τη διαμόρφωση του «εύρους εγγυημένης τιμής» / «περιοχής ασφαλείας» κατά τρόπο ώστε τα άκρα όρια να απηχούν περιπτώσεις που εκφεύγουν των εύλογων παραδοχών – προβλέψεων. Σημειώνεται σχετικά ότι η θέση της Αρχής είναι ότι αφ’ εαυτός ο προσδιορισμός «περιοχής ασφαλείας» καλλιεργεί στους καταναλωτές την προσδοκία ότι τα όρια της απηχούν ρεαλιστικές εκτιμήσεις και ότι ο κίνδυνος ενεργοποίησης είναι ελαχιστοποιημένος. Προφανώς, η ΡΑΕ αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή του Target Model κατέτεινε σε διαφοροποίηση, ακόμη και επαύξηση, του κόστους εκ των χονδρεμπορικών αγορών. Ωστόσο, έχει μεσολαβήσει ικανό χρονικό διάστημα από την έναρξη λειτουργίας (1.11.2020) των νέων αγορών ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να δύνανται να έχουν προσαρμόσει οι Προμηθευτές τα τιμολόγιά τους. Η παρατηρούμενη αδράνεια και παθητικότητα ενδέχεται να υποδηλώνει ότι οι Προμηθευτές δεν θεωρούν αναγκαία καμία αναπροσαρμογή, καθώς ο (υποκρυπτόμενος;) στόχος του τιμολογίου ήταν εξαρχής να εκθέτει τους καταναλωτές στον πλήρη κίνδυνο των τιμών χονδρεμπορικής, ανεξαρτήτως του πώς επιγραφόταν το εκάστοτε τιμολόγιο για λόγους προσέλκυσης καταναλωτών. Η ανωτέρω θεώρηση επιρρωνύεται στην περίπτωση Προμηθευτών που αναπροσαρμόζουν εσχάτως τα προϊόντα τους, διαθέτοντας ήδη την εμπειρία της λειτουργίας του Μοντέλου Στόχου, πολλώ δε μάλλον όσοι εξ αυτών τυγχάνουν καθετοποιημένοι Συμμετέχοντες. Σε κάθε περίπτωση, από την κλίμακα των αναφορών – καταγγελιών, που υποβάλλονται στη ΡΑΕ, αναπόδραστα η Αρχή οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωση του εύρους της «περιοχής ασφαλείας» βάσει τιμών που συντείνουν σε μία τακτική ενεργοποίηση της Ρήτρας Αναπροσαρμογής προσεγγίζει καταχρηστικές παραπλανητικές τακτικές.

(ε) Επιπλέον, παρατηρείται ότι οι Προμηθευτές είτε αντιλαμβάνονται διαφορετικά την  εφαρμογή του μεγέθους που εκφράζει η μεταβλητή x (αναφέρονται ενδεικτικά: μέση ΤΕΑ για την υπό εξέταση περίοδο τιμολόγησης Ν ή αριθμητικός μέσος όρος ΤΕΑ του προηγούμενου μήνα), είτε χρησιμοποιούν τελείως διαφορετικά μεγέθη (uplifts – ΛΠ, ΜΜΚΘΣ, ΕΛΑΠΕ και Συντελεστής Απωλειών). Είναι προφανές ότι η εν λόγω διαφοροποίηση δεν επιτρέπει την ευχερή ενημέρωση και κατανόηση των καταναλωτών ούτε και τη συγκρισιμότητα των τιμολογίων. Ως εκ τούτου, οι καταναλωτές αποστερούνται της δυνατότητας επιλογής της πλέον συμφέρουσας προσφοράς. Περαιτέρω, επισημαίνεται και η αδυναμία του καταναλωτικού κοινού να επαληθεύει εκ των υστέρων τις τελικές χρεώσεις.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το ζήτημα της ανεπαρκούς και αναποτελεσματικής εφαρμογής της αρχής της διαφάνειας διαχέεται στη λιανική αγορά, πλήττοντας τους καταναλωτές, τόσο σε επίπεδο προσυμβατικής ενημέρωσης αλλά και εντός της συμβατικής σχέσης, αλλά και αποδυναμώνοντας τον υγιή ανταγωνισμό.

Ιδιαιτέρως, η συχνότητα των αναφορών των καταναλωτών καταδεικνύει ότι η πλειονότητά τους αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες ως προς τη δυνατότητα να κατανοήσει και να αντιπαραβάλει τις προσφορές των Προμηθευτών, ώστε να προβεί στην πλέον συμφέρουσα ενημερωμένη επιλογή. Επομένως, υπό τις παρούσες συνθήκες, το θεμελιώδες δικαίωμα του καταναλωτή για ελεύθερη επιλογή Προμηθευτή, το οποίο και κατοχυρώνεται ρητά στην Οδηγία 2019/944 (άρθρο 4), καθώς και η δυνατότητά τους να απολαύουν τα οφέλη μιας ανταγωνιστικής αγοράς κινδυνεύουν να ματαιώνονται ή, σε κάθε περίπτωση, να υποβαθμίζονται σημαντικά.

(στ) Σε άμεση συνάρτηση με τα ανωτέρω αποτελεί και ο τρόπος ειδοποίησης των καταναλωτών αναφορικά με τη μεταβολή του τρόπου τιμολόγησης κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης. Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής της τιμολογιακής πολιτικής, η οποία συνεφέλκει την υποχρέωση ατομικής ειδοποίησης των καταναλωτών, ο προσήκων τρόπος ειδοποίησης, εφόσον πραγματοποιείται μέσω του Λογαριασμού, προϋποθέτει την ιδιαίτερη ενημέρωση μέσω διακριτού εντύπου που εσωκλείεται, προκειμένου να διασφαλίζεται η ουσιαστική επισήμανση στον καταναλωτή των αλλαγών που πρόκειται να επέλθουν ως προς τη Σύμβασή του. Κατ’ ελάχιστον, εφόσον ο Προμηθευτής προκρίνει τη ενσωμάτωση της απαιτούμενης ειδοποίησης επί του Λογαριασμού Κατανάλωσης, η σχετική πληροφόρηση πρέπει να περιέχεται σε πεδίο, επαρκώς εμφανές, ώστε να μη διαλανθάνει της προσοχής του καταναλωτή. Σε αντίθετη περίπτωση, η σχετική συμβατική τροποποίηση ολοκληρώνεται χωρίς τη ρητή βούληση του καταναλωτή, ο οποίος δεν προβαίνει στον κατάλληλο χρόνο και στην άσκηση του δικαιώματός του αλλαγής προμηθευτή.

 

Σε συνέχεια των ανωτέρω, ανακύπτει η ανάγκη ενίσχυσης του επιπέδου διαφάνειας μέσω της θεραπείας των αναφερθέντων προβληματικών σημείων.

Επιπροσθέτως, η Αρχή είναι της άποψης ότι η πρόβλεψη ενός κυμαινόμενου τιμολογίου, το οποίο όμως θα εκθέτει τους καταναλωτές μέχρι έναν ορισμένο βαθμό, εκ των προτέρων γνωστό, στους κινδύνους της χονδρεμπορικής αγοράς θα συμβάλει σημαντικά στον διττό στόχο της προστασίας των καταναλωτών αλλά και του υγιούς ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη ενός παρόμοιου τυποποιημένου προϊόντος θα εγγυηθεί την παροχή μίας πρόσθετης ρεαλιστικής επιλογής, μετριασμένου ρίσκου: Οι Πελάτες δεν θα ευρίσκονται πλέον ενώπιον του διλήμματος είτε ενός σταθερού αλλά ιδιαιτέρως ακριβού τιμολογίου είτε του «φάσματος» του κυμαινόμενου τιμολογίου. Επιπλέον, η συγκρισιμότητα κυμαινόμενου τιμολογίου, με οριοθετημένη διακύμανση, καθίσταται περισσότερο ευχερής. Ως εκ τούτου, η πρόβλεψη της σκοπιμότητας παροχής από τους Προμηθευτές ενός τέτοιου προϊόντος θα ευνοήσει την αγορά.

Περαιτέρω, εξετάζεται η σκοπιμότητα πρόβλεψης με τον Κώδικα Προμήθειας συγκεκριμένων ορίων αναπροσαρμογής της Χρέωσης Προμήθειας, προκειμένου για την προστασία των καταναλωτών από τους κινδύνους, τους οποίους εκ των πραγμάτων δεν δύνανται να αξιολογήσουν, πολλώ δε μάλλον να αντιμετωπίσουν. Εξ αντιθέτου, οι Προμηθευτές, διαθέτουν εργαλεία διαχείρισης του ρίσκου διακύμανσης των τιμών των χονδρεμπορικών αγορών, καθότι αυτό είναι και το αντικείμενο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Για το λόγο αυτό, δεν προσήκει να μεταβιβάζουν στους Πελάτες, και δη στους Πελάτες ΧΤ, τον συνολικό κίνδυνο.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ας σημειωθεί ότι σε ενωσιακό επίπεδο αναδύεται η τάση της τυποποίησης ορισμένων εκ των συμβάσεων προμήθειας χάριν προστασίας των καταναλωτών. Πέραν των περιπτώσεων της Ιταλίας και της Ολλανδίας, για τις οποίες έχει γίνει αναφορά στο πλαίσιο της Απόφασης ΡΑΕ 409/2020, είναι αξιοσημείωτο ότι οι Ρυθμιστικές Αρχές αρχίζουν να αναγνωρίζουν την ανάγκη καθορισμού ορίου προσαύξησης της χρέωσης, ακόμα και στις συμβάσεις δυναμικής τιμολόγησης. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η Γαλλία (βλ. “Délibération de la CRE du 20 mai 2021 portant décision relative aux modalités selon lesquelles l’offre à tarification dynamique prévue au II de l’article L332-7 du code de l’énergie prend en compte les variations des prix de marché et dressant la liste des fournisseurs concernés par l’obligation prévue au II de l’article L332-7 du code de l’énergie”).

Τέλος, στο πλαίσιο της εμβάθυνσης της Αρχής ως προς τις Χρεώσεις Προμήθειας, διαμορφώθηκε η αντίληψη ότι η συνήθης χρέωση «παγίου» δεν συνάδει με τις αρχές της διαφάνειας και της κοστοστρέφειας. Προφανώς, κάθε Προμηθευτής δύναται να ανακτά μέσω του «παγίου» διαφορετικά κόστη ή/και να διασφαλίζει μέρος του κέρδους του. Σε κάθε περίπτωση, κανένας Προμηθευτής δεν έχει παράσχει στοιχεία για τη μεθοδολογία υπολογισμού της εν λόγω χρέωσης. Περαιτέρω, η ύπαρξη αυτής της χρέωσης δυσχεραίνει τη συγκρισιμότητα των τιμολογίων. Ως εκ τούτου, δέον να ενσωματωθεί στη Χρέωση Προμήθειας.

 

IV. Προτάσεις ενίσχυσης της αποτελεσματικής εφαρμογής των αρχών της διαφάνειας, της ευχερούς επαληθευσιμότητας, της κατανόησης και της συγκρισιμότητας προσφορών και τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας

Εν κατακλείδι, οι προτάσεις της Αρχής επί των οποίων καλείστε να υποβάλετε παρατηρήσεις έχουν ως εξής:

 

  1. Παροχή κυμαινόμενων τιμολογίων με ευκρινές όριο προσαύξησης της Χρέωσης Προμήθειας.

Συμφωνείτε με την αναγκαιότητα και τη προσφορότητα του εν λόγω μέτρου;

Υπογραμμίζεται πως για τη συγκεκριμένη κατηγορία, ο κάθε Προμηθευτής κατά τη διαμόρφωση της Ρήτρας Αναπροσαρμογής δύναται να προσδιορίσει τους δικούς τους δείκτες π.χ. τιμή Χονδρεμπορικής αγοράς στη DAM, τιμή Χονδρεμπορικής αγοράς στη DAM +Balancing, τιμή EUAs, τιμή TTF, οι οποίοι όμως να μπορούν να ενσωματωθούν στο Εργαλείο σύγκρισης Τιμών και να είναι προσβάσιμοι και υπολογίσιμοι από τους καταναλωτές. Θεωρείτε εύλογη την εν λόγω σύνδεση; Ποιους δείκτες προτείνετε να είναι επιλέξιμοι (και να ενσωματωθούν  στην απόφαση ΡΑΕ 409/2020);

  1. Κατάργηση της παραγράφου 4 της Απόφασης 409/2020 περί πρόβλεψης ισοδύναμων μέτρων και διατήρησης μόνο της Αναλογικής Χρέωσης (και των ορίων διακύμανσης επί αυτής) για λόγους διαφάνειας.

Σε συνέχεια της αλυσιτελούς εφαρμογής της σχετικής διάταξης, η Αρχή θεωρεί ότι παρέλκει η σχετική μνεία περί ισοδύναμων μέτρων, προκειμένου να ενισχυθούν η διαφάνεια, η τυποποίηση και η συγκρισιμότητα των τιμολογίων. Σε κάθε περίπτωση, ο Προμηθευτής δύναται να τεκμηριώσει την τήρηση των εν λόγω αρχών, για κάθε ένα από τα προϊόντα του, φέροντας το σχετικό βάρος απόδειξης. Πώς αξιολογείτε την προαναφερθείσα πρόταση και ποιες συγκεκριμένες παρατηρήσεις έχετε να εισφέρετε για την προτεινόμενη αλλαγή;

  1. Κατάργηση του παγίου (ή κάθε άλλης παρεμφερούς επιβάρυνσης) σε όλους τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.

Στα πλαίσια της απλότητας και σαφήνειας των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτεί η Οδηγία 409/2020, η Αρχή εισηγείται την κατάργηση του παγίου σε όλους τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Διευκρινίζεται ότι ως «χρέωση παγίου» νοείται κάθε χρέωση, που επιβάλλεται κατά τρόπο οριζόντιο, αφορά σε σταθερό ποσό και αποσυνδέεται από την ποσότητα της κατανάλωσης (“flat charge”).

Κατόπιν της ανωτέρω κατάργησης, οι λογαριασμοί θα αντικατοπτρίζουν ακριβέστερα το ποσό της ενέργειας που καταναλώθηκε, χωρίς παρανοήσεις και περιττές χρεώσεις. Στην περίπτωση που κρίνετε σκόπιμη τη διατήρηση της εν λόγω επιβάρυνσης, καλείστε να αιτιολογήσετε επαρκώς την αναγκαιότητά της, διακρίνοντας ανά κατηγορία πελάτη και συνυποβάλλοντας σχετική περιπτωσιολογία.

Εξαίρεση σε σχέση με τη χρέωση παγίου θα αποτελεί η περίπτωση ιδιοκτησιών που μένουν προσωρινά ή μακροπρόθεσμα αχρησιμοποίητες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιβάρυνση πολιτών με πάγια τέλη δύναται να δικαιολογείται από τη υποχρεωτική συνέχιση εκπροσώπησης, και άρα δέσμευσης πόρων για τη διατήρηση μίας κατάστασης που δεν αποφέρει κέρδος στον Προμηθευτή. Το ύψος του παγίου εν προκειμένω οφείλει να λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και της οικονομικής ισορροπίας των συμβάσεων.

  1. Καθορισμός του τρόπου ειδοποίησης των καταναλωτών για την τροποποίηση της τιμολογιακής πολιτικής καθόσον αφορά σε Ρήτρα Αναπροσαρμογής.

Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής της τιμολογιακής πολιτικής Προμηθευτή, η οποία συνεφέλκει την υποχρέωση ατομικής ειδοποίησης των καταναλωτών, και εφόσον -κατ’ επιλογή του Προμηθευτή- η εν λόγω ειδοποίηση υλοποιείται μέσω του Λογαριασμού Κατανάλωσης, θεωρείτε ότι η σχετική ειδοποίηση προσήκει να πραγματοποιηθεί με τρόπο που θα καθορίζεται δεσμευτικά ή να καταλείπεται στον Προμηθευτή περιθώριο επιλογής μεταξύ εναλλακτικών δυνατοτήτων; Επιπλέον, κρίνετε σκόπιμο η σχετική ειδοποίηση να υλοποιείται μέσω ειδικού διακριτού εγγράφου που θα εσωκλείεται στον Λογαριασμό; Εφόσον, ωστόσο, η ειδοποίηση πραγματοποιείται μέσω της αναγραφής επί του εντύπου του Λογαριασμού θεωρείτε ότι προσιδιάζει η σχετική μνεία να πραγματοποιείται σε εμφανές σημείο; Ή αντιθέτως θεωρείτε ότι αρκεί η απλή αναφορά σε οποιοδήποτε σημείο του Λογαριασμού, έστω και εν είδει «υποσημείωσης» ή με μη-ευανάγνωστους γραφικούς χαρακτήρες («ψιλά γράμματα»); Κατά τη γνώμη σας, η εν λόγω ενημέρωση οφείλει να άπτεται όλων των κύριων παραμέτρων της νέας Χρέωσης/του νέου Τιμολογίου, καθώς και του τρόπου διαμόρφωσής τους ή αρκεί η απλή επισήμανση του ιστοτόπου του Παρόχου και η παραπομπή του καταναλωτή σε αυτό για τη συνολική ενημέρωσή του;

  1. Συμπερασματικά, η πρόταση της Αρχής για την ενίσχυση της διαφάνειας συνοψίζεται σε: (α) την παροχή ενός τουλάχιστον σταθερού τιμολογίου ανά κατηγορία πελατών, (β) την παροχή κυμαινόμενου τιμολογίου με ευκρινές όριο προσαύξησης της Χρέωσης Προμήθειας, (γ) με ευκρινές όριο προσαύξησης της Χρέωσης Προμήθειας π.χ. ±30%, (γ) τη διατήρηση μόνο της Αναλογικής Χρέωσης και των ορίων διακύμανσης επί αυτής) για λόγους διαφάνειας και (δ) διαμόρφωση κάθε άλλου είδους τιμολογίων από τους Προμηθευτές, βάσει της επιχειρηματικής τους ελευθερίας, τηρουμένων όμως των αρχών της διαφάνειας, της επαληθευσιμότητας, της ευχερούς κατανόησης και της συγκρισιμότητας.

Στο πλαίσιο της ως άνω διαβούλευσης, προσκαλούνται όλοι οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν τα σχόλια, τις παρατηρήσεις και τις επιπλέον προτάσεις τους, έως και τις 30 Αυγούστου 2021, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: kdprel@rae.gr.

Η ΡΑΕ, μετά τη λήξη της Δημόσιας Διαβούλευσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, ΦΕΚ Α’ 45), θα δημοσιοποιήσει κατάλογο των συμμετεχόντων στη διαβούλευση, καθώς και το περιεχόμενο των επιστολών που υποβλήθηκαν, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο αποστολέας αιτείται τη μη δημοσιοποίηση των στοιχείων του ή/και των απόψεών του.

Πρόταση ΡΑΕ για την ενίσχυση της διαφάνειας όσον αφορά στις ρήτρες αναπροσαρμογής των Τιμολογίων Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας

Πρόταση για νέο πλαίσιο Ρητρών Αναπροσαρμογής στα Τιμολόγια της Λιανικής Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας